παρῳδιῶν


παρῳδιῶν
παρῳδία
burlesque
fem gen pl

Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες). 2014.

Look at other dictionaries:

  • παρωδία — Λογοτεχνική σύνθεση ή θέαμα (πρόζας, επιθεώρησης, χορού, μουσικής, κινηματογράφου) που παρωδεί το περιεχόμενο ή το ύφος και τη γλώσσα ενός άλλου κειμένου ή θεάματος. Το έργο που παρωδείται πρέπει να πληρεί δύο προϋποθέσεις, να είναι σοβαρό και να …   Dictionary of Greek

  • παρωδός — όν, Α 1. αυτός που παραβαίνει τους κανόνες τού άσματος, που κάνει σκοτεινούς υπαινιγμούς («λόγους κοὐκέτι... παρῳδοῑς αἰνίγμασι», Ευρ.) 2. το αρσ. ως ουσ. ὁ παρῳδός α) ο ποιητής παρωδιών β) εκείνος που απαγγέλλει παρωδίες. [ΕΤΥΜΟΛ. < παρ(α) *… …   Dictionary of Greek

  • σάτιρα — Λογοτεχνικό είδος που έχει σκοπό να υπογραμμίσει και να καυτηριάσει, με στοιχεία κυρίως κωμικά και παραμορφωτικά αλλά συχνά και τραγικά τα ανθρώπινα ελαττώματα και ατέλειες και επομένως να διορθώσει τα ήθη. Είναι δύσκολο να αναπλάσουμε την… …   Dictionary of Greek

  • σπουδαιοπάρωδος — ον, Α αυτός που συνθέτει παρωδίες σοβαρών λόγων. [ΕΤΥΜΟΛ. < σπουδαίος + παρῳδός «ποιητής παρωδιών»] …   Dictionary of Greek

  • Φόλγκορε, Λουτσιάνο — (Fόlgore, Ρώμη 1888 – 1966). Ψευδώνυμο του Ιταλού ποιητή και διηγηματογράφου Oμήρου Βέκι. Ήταν συνεργάτης των περιοδικών Λατσέρμπα και Βότσε. Υιοθέτησε στην αρχή τον φουτουρισμό με μερικές συλλογές στίχων. Από τα ποιητικά του έργα ξεχωρίζουν: Το… …   Dictionary of Greek


Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.